Ztm. Jürgen Braunwarth, Stuttgart. Ψηφιακή φωτοπληροφόρηση και οι δυνατότητες της στην οδοντοτεχνική ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2002; 22: 197-202.
Στο πρώτο μέρος της τριλογίας του ο Jürgen Braunwarth μας εξήγησε ορισμένες αρχές της ψηφιακής φωτοπληροφόρησης. Τώρα αναφέρεται στις λετπομέρειες. Με τι μέσα μπορεί να συνεννοηθεί κάποιος ψηφιακά και πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί ουσιαστικά η ψηφιακή φωτογράφηση στην οδοντοτεχνική; Αυτές είναι οι ερωτήσεις τις οποίες δεν αφήνει αναπάντητες ο Jürgen Braunwarth. Αφήστε τον να σας ξεναγήσει στον κόσμο των Bits και των Bytes και συμμετάσχετε στις ψηφιακές του εμπειρίες.
Β. Χρονόπουλος, Β. Ρούσσου, Β. Ψάρρας, Δ. Καραθανασοπούλου. Ενδοστοματικοί νάρθηκες. Ταξινόμηση καικλινικές εφαρμογές ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2002; 22: 203 – 214.
Οι ενδοστοματικοί νάρθηκες είναι κινητές συσκευές από σκληρό ακρυλικό που τοποθετούνται στην άνω ή στην κάτω γνάθο του ασθενούς. Αποτελούν μια αποδεδειγμένη μέθοδο θεραπείας για την αντιμετώπιση διαφόρων προβλημάτων του στοματογναθικού συστήματος. Ένας μεγάλος αριθμός άρθρων εμφανίζεται στη διεθνή βιβλιογραφία σχετικά με την κατασκευή και τα θεραπευτικά αποτελέσματα που προσφέρουν οι διάφοροι νάρθηκες. Οι κύριες ενδείξεις τους είναι: α. η αλλαγή της σχέσης κάτω γνάθου ως προς την άνω γνάθο, β. η εξισορρόπηση των συγκλεισιακών δυνάμεων, γ. η αλλαγή της σχέσης του αρθρικού δίσκου της κροταφογναθικής διάρθρωσης ως προς τον κόνδυλο και την κροταφογναθική γλήνη, δ. η προστασία των φυσικών δοντιών και των προσθετικών αποκαταστάσεων από αποτριβές και ε. η θεραπεία νευρομυϊκών προβλημάτων.Αν και ο τρόπος δράσης του νάρθηκα δεν είναι απόλυτα τεκμηριωμένος φαίνεται ότι συμβάλλει θετικά και με μεγάλα ποσοστά επιτυχίας στη θεραπεία των ασθενών. Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα των ενδοστοματικών ναρθήκων είναι το γεγονός ότι αποτελούν έναν μη επεμβατικό και αναστρέψιμο τρόπο θεραπείας.Έχουν προταθεί διάφοροι τρόποι ταξινόμησης των ναρθήκων με κριτήρια την έκταση της οδοντικής επιφάνειας που καλύπτουν, το υλικό κατασκευής, και τον φραγμό που τοποθετούνται. Η ταξινόμηση που προτείνεται στηρίζεται στον τρόπο λειτουργίας τους σε συνδυασμό με την έκταση κάλυψης του οδοντικού φραγμού.
V. Chronopoulos, V. Roussou, V. Psaras, D. Karathanasopoulou. Occlusal appliances. Classification and clinical applications.Contemp Dent 2002; 22: 203-214.
An occlusal appliance is a removable device, usually made of hard acrylic that fits over the occlusal surface of the upper or lower teeth. There are several different types of appliances according to their use. The appliances have several uses. Most often they are used as a treatment devise in the management of the different temporomandibular disorders (TMD). Occlusal appliances have been proven very effective in reducing symptoms. They can also be used to introduce optimum occlusion relationship between the upper and lower dental arch, or just to protect teeth from nocturnal bruxism, or during athletic activities. One of the biggest advantages of their use is the fact, that they are generally a reversible non invasive treatment modality. In this article different types of occlusal appliances will be discussed.
Κλ. Μαρκοπούλου, Ξ. Δερέκα, Α. Παντού. Ο αυξητικός παράγοντας των αιμοπεταλίων (PDGF) και η δράση του στην ανάπλαση των περιοδοντικών ιστών ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2002; 22: 215 – 227.
Η ανάγκη για νέες θεραπευτικές τεχνικές που προάγουν την ανάπλαση των περιοδοντικών ιστών, μετά την καταστροφή τους από την περιοδοντική νόσο, καθώς και η πρόοδος στη μοριακή βιολογία και γενετική μηχανική οδήγησε στην απομόνωση και εφαρμογή των αυξητικών παραγόντων. Οι αυξητικοί παράγοντες είναι πολυπεπτίδια που εντοπίζονται σε πλήθος ιστών και οργάνων και μετέχουν στις επουλωτικές διαδικασίες, δρώντας αυτοκρινι-κά ή παρακρινικά, συνδεόμενοι με υποδοχείς της κυτταρικής επιφάνειας. Κατά τη φάση της οστικής ανακατασκευής ιδιαίτερη θέση κατέχει ο αυξητικός παράγοντας των αιμοπεταλίων (platelet-derived growth factor ή PDGF), ενώ η μιτογόνος και χημειοτακτική του δράση προάγει, επίσης, την περιοδοντική ανάπλαση. Ο PDGF ανιχνεύεται σε τρεις διαφορετικές ισόμορφες, την ετεροδιμερή PDGF-AB καθώς και τις ομοδιμερείς PDGF-AA και PDGF-BB. Η τελευταία ισόμορφη εμφανίζει και την πλέον μιτογόνο δράση, λόγω μεγαλύτερου αριθμού υποδοχέων. Η βιολογική δραστηριότητα του PDGF, μετά την εφαρμογή μόνου του ή και σε συνδυασμό με άλλους αυξητικούς παράγοντες, σε περιοδοντικές βλάβες πειραματόζωων και ασθενών, απέδωσε πολύ ενθαρρυντικά αποτελέσματα. Παράλληλα με τις in vivo αναφορές και σε πολλές επίσης in vitro μελέτες αποδείχθηκε η μιτογόνος επίδραση του, η οποία θεωρείται δοσοεξαρτώμενη και συσχετίζεται άμεσα με το σύστημα μεταφοράς του. Εκτός όμως από την τοπική εφαρμογή του, πρόσφατα ερευνάται και η γονιδιακή μεταφορά του. Τα θεραπευτικά αποτελέσματα ήταν ιδιαίτερα θετικά ώστε η έρευνα να κατευθύνεται σε νέες βιολογικές προσεγγίσεις. Στην εργασία αυτή γίνεται μια ανασκόπηση των ερευνητικών και κλινικών δεδομένων που αφορούν στη δράση του.
Kl. Markopoulou, X. Dereka, A. Pantou. Platelet-derived growth factor (PDGF) and its effect on the periodontal tissue regeneration. Contemp Dent 2002; 22: 215-227.
The need for novel therapeutic techniques to induce regeneration of periodontal tissues destroyed by the disease, as well as the advances in molecular biology and genetic therapy led to the isolation and application of growth factors. Growth factors are polypeptides, identified in various tissues and organs, and may act in an autocrine or paracrine fashion as they bind to cell surface receptors, thereby participating in wound healing. Platelet-derived growth factor (PDGF) has a prominent role in bone remodeling and furthermore acts as a mitogen and chemoattractant factor enhancing periodontal regeneration. PDGF exists in three different isoformes, the heterodimer PDGF-AB, and the homodimers PDGF-AA and PDGF-BB. PDGF-BB appears to have the most mitogenic effect probably because of the increased number of receptors. The application of PDGF alone or in combination with other growth factors in human and animal model periodontal defects has proven to be successful. The in vivo and in vitro studies reported that PDGF mitogenic capacity is dose-dependent and also seems to depend on the factor’s delivery system (carrier). Apart from the local protein application, PDGF gene transfer is also investigated. The positive therapeutic results guided research towards new biological approaches. This article reviews a large array of in vitro and in vivo studies concerning the role of PDGF.
Π. Ζησιμοπούλου, Φ. Λαμπριανού. Επιδημιολογία της οδοντικής τερηδόνας 2ο Μέρος ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2002; 22: 228-239.
Η τερηδόνα είναι μία νόσος των οδοντικών ουσιών με έντονη πολυπλοκότητα και σαφή παγκοσμιότητα. Πολυάριθμες έρευνες έχουν γίνει για να μελετηθούν οι αιτίες πρόκλησης της οδοντικής τερηδόνας, οι επιπτώσεις της στους οδοντικούς ιστούς και τα πιθανά μέτρα θεραπείας και πρόληψης της.Έρευνες αποδεικνύουν ότι έχει εμφανιστεί μείωση των επιπέδων της νόσου τα τελευταία χρόνια στις χώρες της δυτικής και βόρειας Ευρώπης, γεγονός που οφείλεται κυρίως στην ευρεία χρήση του φθορίου, γενικά στη βελτίωση της στοματικής υγιεινής και στα σημαντικά μέτρα πρόληψης που λαμβάνονται στις χώρες αυτές.Στις χώρες της Αφρικής και της Ασίας, τόσο τα μέσα, ειδικότερα δε η μικρή αναλογία οδοντιάτρου – πληθυσμού, όσο και οι επιδημιολογικές έρευνες, είναι μηδαμινές.Επιπλέον, στην Αμερική, εμφανίζονται μία σειρά από αντικρουόμενες τάσεις. Ετσι, σε ορισμένες χώρες, παρουσιάζονται ελαττωμένοι δείκτες οδοντικής τερηδόνας, ενώ σε άλλες παρατηρείται σημαντική αύξηση τους.Η Αυστραλία, έχει παρουσιάσει τα τελευταία χρόνια αξιοθαύμαστη πτώση των επιπέδων της τερηδόνας, τόσο σε παιδιά, όσο και σε ενήλικες.Τέλος, στη χώρα μας από το 1985, η αντιμετώπιση της τερηδόνας φαίνεται να είναι αποτελεσματική, μιας και τα επίπεδα της έχουν δείξει μια σταδιακή ελάττωση. Αυτή οφείλεται, τόσο στη χρήση φθοριούχων οδοντοπαστών, όσο και στον τρόπο ελληνικής διατροφής.Ο προσδιορισμός της επικινδυνότητας της τερηδόνας, βοηθάει σημαντικά την επικέντρωση στους αιτιολογικούς παράγοντες και στην πρόληψη. Παράλληλα, είναι σημαντικό το γεγονός ότι οι διαφορές ανά τον κόσμο έχουν να κάνουν με τις ποικίλες διατροφικές συνήθειες και με κοινωνικοοικονομικούς παράγοντες, και σε καμία περίπτωση με τις φυλετικές διαφορές.
P. Zisimopoulou, P. Lambrianou. Epidemiology of dental caries Contemp Dent 2002; 22: 228-239.
Dental caries is a disease of the dental substances which presents acute complexity and distinct universality. Numerous instances of research have been carried out so that the causes of dental caries, its effects on the dental tissue and the potential measures of care and prevention are studied. Research proves that disease level has been on the decrease in countries of western and northern Europe over the recent years, a fact which is mainly due to wide use of fluoride, generally to the improvement of mouth (stomatic) hygiene and to the important prevention measure that are taken in these countries.Furthermore, there has been a series of conflicting trends in America. As a result, redused indexes of dental carets (DMF) are presented in some countries, whereas significant increase of them is observed in others.Over the last years, Australia has presented an admirable fall of caries levels in children aswell as in adults.Finally in Greece, dealing with caries has appeared to be effective since 1985 as caries levels has shown a gradual decrease. This is due to the use of fluoride toothpastes as to Greek ways of nutrition too.Defining the dangerousness of dental caries, considerably helps in focusing on causal factors and prevention. At the same time, it is very important to note that the differences around the world have to do with the various dieting habbits and socioeconomic factors and under no circumstances with racial differences.
