Τεύχος 4, Τόμος 20, 2000

Επισκέπτης καθηγητής Dr. Β. Wöstmann, πανεπιστήμιο Giessen. Αποτύπωση και κατασκευή εκμαγείου Γέφυρα μεταξύ ιατρείου και εργαστηρίου ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 225-232.

Ετσι όπως έχει εξελιχθεί σήμερα η οδοντική προσθετική, η προσθετική εργασία κατασκευάζεται σχεδόν αποκλειστικά εκτός στόματος πάνω στο εκμαγείο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, ότι η αποκατάσταση στο στόμα tou ασθενούς θα έχει τέτοια εφαρμογή, όση είναι η ταύτιση του εκμαγείου με την περιοχή που αντιπροσωπεύει. Αυτό έχει σαν συνέπεια, το αποτύπωμα και η κατασκευή του εκμαγείου να αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ της οδοντοτεχνικής και της οδοντιατρικής διαδικασίας. Δυστυχώς η αποτύπωση και η κατασκευή του εκμαγείου κατέχουν μια υποβαθμισμένη θέση στις σύγχρονες επιστημονικές συζητήσεις. Ολα τα προβλήματα εμφανίζονται λυμένα. Αυτό, στην καλύτερη περίπτωση, μπορεί να ισχύει για τις μηχανικές ιδιότητες των σύγχρονων αποτυπωτικών υλικών. Επειδή όμως, τόσο πριν όσο και τώρα, όλα τα αποτυπωτικά υλικά υφίστανται κατά την πήξη τους μεταβολή των διαστάσεων τους (συρρίκνωση πολυμερισμού στα ελαστικομερή, θερμική συρρίκνωση στα υδροκολλοειδή), δεν έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα ακόμη και με τα σύγχρονα αποτυπωτικά υλικά – όπως οι σιλικόνες αθροιστικού τύπου ή οι πολυαιθέρες – μια πανομοιότυπη αναπαραγωγή του πρωτότυπου δοντιού στο εκμαγείο.

Αρ. Σπανάκη-Βορεάδη, Map. Γεωργοπούλου. Εμφρακτική ικανότητα διαφόρων τύπων φυραμάτων των ριζϊκών σωλήνων – βιβλιογραφική ανασκόπηση ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 233-241.

Μια από τις βασικές προϋποθέσεις της επιτυχίας μιας ενδοδοντικής θεραπείας είναι η ερμητική κατά μήκος και κατά πλάτος έμφραξη του ριζικού σωλήνα. Η ερμητικότητα αυτή επιτυγχάνεται με τη χρήση της γουταπέρκας σε συνδυασμό με κάποιο φύραμα. Η χρήση του φυράματος είναι απαραίτητη, ανεξάρτητα από το είδος της τεχνικής έμφραξης, επειδή η γουταπέρκα δεν έχει την ικανότητα να προσκολλάται στα τοιχώματα του ριζικού σωλήνα. Το φύραμα καλείται να εμφράξει όχι μόνο τα μικροκενά ανάμεσα στην οδοντίνη και τη γουταπέρκα, αλλά και μικροανωμαλίες που υπάρχουν στα τοιχώματα του ριζικού σωλήνα. Δίκαια λοιπόν το φύραμα θεωρείται το «ασθενές σημείο» της έμφραξης του ριζικού σωλήνα.Η πληθώρα των σκευασμάτων που έχουν χρησιμοποιηθεί κατά καιρούς στο χώρο της Ενδοδοντίας, αποδεικνύει ότι κανένα από αυτά δε φαίνεται να ικανοποιεί όλες τις απαιτήσεις του ιδανικού φυράματος.Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να αξιολογηθεί η εμφρακτική ικανότητα των διαφόρων φυραμάτων, ξεκινώντας από τα πιο κλασσικά και καταλήγοντας στα πιο σύγχρονα, και μάλιστα σε σχέση με ορισμένες φυσικές ιδιότητες, που φαίνεται να επηρεάζουν την εμφρακτική ικανότητα όπως: α) η διαλυτότητα από τα υγρά των ιστών ή το σάλιο, β) η αλλαγή διαστάσεων κατά την πήξη, γ) η συγκολλητική ικανότητα με τους οδοντικούς ιστούς και τέλος δ) η συμβατότητα με το κύριο εμφρακτικά υλικό και η συγκόλληση με αυτό.

A. Spanaki-Vonadi, M. Georgopoulou. Sealing ability of some root canal sealers: a literature review. Contemp Dent 2000; 20: 233-241.

One of the main prerequisites for endodontic success is the hermetic obturation of the root canal system, which is achieved by means of gutta-percha together with a sealer. Guttapercha does not adhere to the root canal walls, therefore the use of the sealer is absolutely necessary, no matter which filling technique is applied. The sealer fills not only the minor gaps between gutta-percha and the root canal wall, but also the irregularities of the walls. This is the reason why the sealer is considered as the «weak point» of a root canal obturation.Until now, none of the commercially available sealers seams to fulfill all the requirements of an ideal material.The purpose of this paper is to evaluate the sealing ability of different sealers in conjuction with some physical properties which may affect their sealing ability, such as: a) dissolution in tissue fluids or saliva b) dimensional changes during getting c) compatibility and adhesion to the core filling material.

Χ. Κωλέτση-Κουνάρη, Ε. Μαμάη-Χωματά, Θ. Κουλουρίδης. Πυκνότητα αλάτων και πρόσληψη φθορίου σε αφαλατωμένη αδαμαντίνη μετά την εφαρμογή φθοριούχων οδοντόκρεμων in vitro ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 242-253.

Σκοπός της παρούσας μελέτης ήταν να προσδιοριστεί η πυκνότητα αλάτων της αδαμαντίνης και η πρόσληψη του φθορίου μετά την εφαρμογή φθοριούχων οδοντόκρεμων σε μερικώς αφαλατωμένη αδαμαντίνη με την τεχνική της βιοψίας με απόξεση in vitro. Οι τέσσερις οδοντόκρεμες ελέγχου που χρησιμοποιήθηκαν περιείχαν τα ακόλουθα: 1) 1000 ppm F από NaF, 2) WOO ppm F απο Na2P03F σε μορφή ζελέ, 3) 1000 ppmF από Na2P03F σε μορφή πάστας 4) 1450 ppm F από NaF+Na2P03F. Ως αρνητικός μάρτυρας χρησιμοποιήθηκε οδοντόκρεμα που δεν περιείχε φθόριο.Οι οδοντόκρεμες εφαρμόζονταν (διάλυση 1:3 σε απεσταγμένο νερό) στα δείγματα της αδαμαντίνης, δύο φορές την ημέρα, κατά τη διάρκεια δύο ημερήσιων κύκλων αφαλάτωσης–επαναλάτωσης επί πέντε ημέρες. Μετά το πέρας των κύκλων, για τη βιοψία απόξεσης ελήφθησαν από κάθε δείγμα μερικώς αφαλατωμένης αδαμαντίνης τέσσερις παράλληλες στιβάδες, πάχους 10 μm περίπου η κάθε μία, με ταυτόχρονη απόξεση των δειγμάτων αναφοράς υγιούς αδαμαντίνης σε λωρίδες ειδικής ταινίας υαλοχάρτου.Σε όλες τις ομάδες των φθοριούχων οδοντόκρεμων η πυκνότητα της αδαμαντίνης αυξανόταν όσο προχωρούσε η απόξεση σε βαθύτερα στρώματα. Η ομάδα του μάρτυρα παρουσίασε σε γενικές γραμμές χαμηλότερες τιμές από τις φθοριούχες οδοντόκρεμες, αλλά οι διαφορές αυτές δεν ήταν στατιστικώς σημαντικές.Η περιεκτικότητα σε φθόριο στις ομάδες των φθοριούχων οδοντόκρεμων παρουσίασε τις υψηλότερες τιμές στην εξωτερική στιβάδα (από 557ppm έως 3860 ppm), ενώ η περιεκτικότητα του φθορίου μειωνόταν όσο προχωρούσε η απόξεση στα βαθύτερα στρώματα (από 52 ppm έως 352 ppm). Οι αντίστοιχη τιμή για την ομάδα του μάρτυρα στην εξωτερική στιβάδα ήταν 108 ppm Fμε στατιστικώς σημαντικές διαφορές (από ρ<0.05 έως ρ<0.001).

Η. Koletsi-Kounari, Η. Mamai-Homata, Th. Koulourides. Mineral density and fluoride incorporation into presoftened enamel treated with fluoridated dentifrices in vitro. Contemp Dent 2000; 20: 242-253.

The aim of the present study was to determine the profile of mineral density and the fluoride incorporation into presoftened bovine enamel treated with four different fluoridated dentifrices by means of sampling with an abrasion biopsy technique. The four tested commercial dentifrices were the following: 1) 1000 ppm Fas NaF’, 2) 1000 ppm F as Na2P03F (gel), 3) 1000 ppm F as Na2P03F (paste) 4) 1450 ppm F as NaF+Na2P03F. A non-fluoridated dentifrice was used as negative control.Dentifrices were applied (1:3 slurry in distilled water) twice daily on presoftened bovine enamel slads that were exposed to five daily demineralization-remineralization cycles. After the end of cycles, for abrasion biopsy 4 parallel layers of approximately 10 μm each were abraded simultaneously with reference slabs of synthetic hydroxyapatite on strips of lapping film. The abrasion depth, mineral density and fluoride content of each sample was calculated using specific equations.Analysis of data revealed the following: the mean total biopsy depth ranged between 29.68 μm and 39.51 μm. The mineral density in all fluoride dentifrices groups presented progressive increase with abrasion depth (1st layer: from 1.64 gr/cm3 to 2.41 gr/cm3, 4th layer: from 1.83 gr/cm3 to 3.19 gr/cm3). The negative control group presented lower mineral density values but the observed differences were not statistically significant.The higher fluoride incorporation for all fluoride dentifrices groups was found in the 1st outer layer (from 557 ppm to 3860 ppm) while in the 4th inner layer the fluoride profile was much lower (from 55 to 352 ppm). The corresponding fluoride mean value in the 1st layer for the negative control group was 108 ppm. The observed differences were statistically significant (p<0.05, p<0.001).

Κ. Τόσιος, Αλ. Σκλαβούνου, Μ. Κατσουράκης. Γιγαντοκυτταρικό ίνωμα του στόματος: Κλινικοστατιστική μελέτη 31 περιπτώσεων ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 254-263.

Το γιγαντοκυτταρικό ίνωμα είναι μία σπάνια εντοπισμένη ινώδης υπερπλασία του στοματικού βλεννογόνου με ιδιαίτερα κλινικοπαθολογικά χαρακτηριστικά. Εμφανίζεται συνήθως στα ούλα της κάτω γνάθου νεαρών ατόμων, σαν ασυμπτωματικό, εξωφυτικό, μισχωτό ογκίδιο με φυσιολογικό χρώμα, μικροϋβώδη επιφάνεια και μικρό μέγεθος. Χαρακτηρίζεται από την παρουσία ατρακτοειδών, γωνιωδών ή αστεροειδών κυττάρων με βασεόφιλο κυτταρόπλασμα. Η ιστογένεοη της βλάβης είναι ασαφής. Στην παρούσα μελέτη περιγράφονται τα κλινικά χαρακτηριστικά 31 γιγαντοκυταρικών ινωμάτων, τα οποία συγκρίνονται με αυτά 357 τραυματικών ινωμάτων. Τα γιγαντοκυτταρικά ινώματα αποτελούσαν το 0.8% του συνόλου των βιοψιών και το 7.3% του συνόλου των εντοπισμένων ινωδών υπερπλασιών. Η συγκριτική αξιολόγηση των κλινικών χαρακτηριστικών των γιγαντοκυτταρικών ινωμάτων και των τραυματικών ινωμάτων έδειξε ομοιότητες ως προς την ηλικία των ασθενών, τη διάρκεια, το χρώμα, τη μορφολογία της επιφάνειας, τη σύσταση και το μέγεθος των όγκων. Τα γιγαντοκυτταρικά ινώματα προσέβαλαν σχεδόν τρεις φορές πιο συχνά τις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες, εμφανίζονταν συχνότερα στα ούλα και τη φατνιακή απόφυση και ήταν συνήθως μισχωτά.

C. Tosios, A. Sklavounou, M. Katsourakis. Giant cell fibroma of the oral mucosa. A clinicopathologic study.Contemp Dent 2000; 20: 254-263.

Giant cell fiboma is a rare, localized fibrous hyperplasia of the oral mucosal, with distinct clinicopathological features. It usually presents on the mandibular gingiva of young people, as a small, asymptomatic, pedunculated tumor of normal color and bosselated surface. It is characterized by the presence of spindle-shaped, angular or stellate cells with basophilic cytoplasm. The histogenesis of the lesion is unclear. The purpose of the present study was the description of the clinical features of 31 giant cell fibromas and their comparison with those of 357irritational fibromas. Giant cell fibromas represented 0.8% of the total biopsies accessed and 7.3% of all localized fibrous hyperplasias. Giant cell fibromas and iritational fibromas showed similarities in age distribution, duration prior to diagnosis, color, surface pattern, consistency, and size. However, giant cell fibromas were approximately three times more common in women than in men, were more frequently located on the gingiva, and were more usually pedunculated.

Κοινοποίηση

You might be interested in …

Είσαι Μέλος της Εταιρείας Σύγχρονης Οδοντιατρικής;

Γίνε σήμερα μέλος της ΕΣΟ
ΕΓΓΡΑΦΗ