Β. Χρονόπουλος, Β. Ψάρρας, Π. Σταθοπούλου, Δ. Καραθανασοπούλου. Η τεχνική του τροποποιημένου κύριου εκμαγείου για την κατασκευή κινητών μερικών οδοντοστοιχιών με ελεύθερα άκρα ΣΥΓΧ. ΟΔΟΝΤ. 23(2) 97-105 2003
Οι μερικές οδοντοστοιχίες (Μ. Ο.) δεν είναι μια στατική αποκατάσταση, αλλά μια πρόθεση που υφίσταται συνεχή λειτουργική φόρτιση, τοποθετημένη στο «επιθετικό» και «απαιτητικό» στοματικό περιβάλλον. Η στήριξη μιας μερικής οδοντοστοιχίας με ελεύθερα άκρα εξασφαλίζεται, κατά κανόνα, από τα δόντια (που είναι σχετικά ακίνητα – ανένδοτα), και τον βλεννογόνο που καλύπτει το οστό των νωδών φατνιακών αποφύσεων (που είναι σχετικά ελαστικός – ενδοτικός). Αυτή η ανόμοια φύση της στήριξης, δημιουργεί επιπρόσθετες δυσκολίες στην κατασκευή μιας λειτουργικής, επιτυχημένης μερικής οδοντοστοιχίας.Κατά τη φόρτιση, ο βλεννογόνος εκτοπίζεται εντονότερα, ταχύτερα και για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, από τον περιοδοντικό σύνδεσμο των δοντιών-στηριγμάτων. Κατά την εφαρμογή μιας κάθετης μασητικής δύναμης στη μερική οδοντοστοιχία, η διπλή αυτή στήριξη έχει σαν αποτέλεσμα τη δημιουργία μοχλού 1ου είδους, με επακόλουθο την εφαρμογή ισχυρών ροπών στρέψης στα δόντια-στηρίγματα και ισχυρών πιέσεων στους μαλθακούς ιστούς.Η παρούσα εργασία, περιγράφει την τεχνική του τροποποιημένου κύριου εκμαγείου. Χρησιμοποιώντας ορισμένες από τις βασικές αρχές των αποτυπωμάτων για την κατασκευή ολικών οδοντοστοιχιών, οι μαλθακοί ιστοί καταγράφονται με τη μορφή και το σχήμα που λαμβάνουν κατά τη λειτουργική φόρτιση, ενώ ταυτόχρονα ο μεταλλικός σκελετός της πρόσθεσης εδράζεται τέλεια και σταθερά στην προκαθορισμένη θέση του επί των δοντιών-στηριγμάτων. Έτσι, επιτυγχάνεται η κάλυψη της μεγαλύτερης δυνατής επιφάνειας των νωδών περιοχών και η τέλεια διαμόρφωση των περιφερικών ορίων. Το τελικό αποτέλεσμα είναι μια μερική οδοντοστοιχία με πολύ καλή σταθερότητα, ελάχιστη κινητικότητα και μειωμένες τάσεις στα δόντια-στηρίγματα και το φατνιακό οστό.
V. Chronopoulos, V. Psarras,P. Stathopoulou, D. Karathanasopoulou. Altered cast technique for Distal Extension Partial Dentures.Contemp Dent 2003; 23:97-105.
Basic goals of very prothesis are the replacement of missing teeth, and the restoration of function, occlusion and aesthetics. The distal extension removable partial denture (RPD) is potentially capable of causing damage to the remaining dentition and edentulous ridges, and impairment of the health of the temporomandibular joints, mainly due to the disparity of support exhibited by the different supporting tissues. These are the abutment teeth (which are relatively rigid), and the oral mucosa (which isrelatively resilient).During functional loading, the mucosa is displaced faster and for longer time than the periodontal ligament of the abutment teeth. Thus, when a vertical load is applied to the denture base, a class I lever is created, the fulcrum of which lies on the occlusal rest nearest to the distead extension of the RPD. Thus, the denture, rotating around the distal abutment, induces heavy stress on the residual ridge and the abutment teeth.This paper describes the rationale and the procedure of the altered cast technique, which applies some of the principles of impressions for complete dentures, to the fabrication of the tissue surfaces of the RPD. The metal framework is constructed first, and while is firmly seated on the teeth, the soft tissues of the residual ridges are recorded, in the shape that they would take during functional loading. This is achieved by the viscosity of the impression material, and not by arbitary finger loading. This impression is used to alter the edentulous areas of the master cast. Subsequently, the resultant cast reproduces accurately the supporting tissues, in a form that provides the correct extension of the denture base and diminishes the tissue overload, when the denture is in its fully seated position. This technique results in an RPD which has very good stability, minute moving potential and reduced stresses on abutment teeth and residual bone.
Π. Γκρίτζαλης, Κ. Νικοπούλου-Καραγιάννη. Η σημασία της ποιότητας του ακτινογραφήματος στη διάγνωση.ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2003; 23: 106-116.
Κατά τη μελέτη του ακτινογραφήματος είναι δυνατόν να γίνουν σφάλματα, με όλες τις συνέπειες που δυνατόν να έχει αυτό στην κλινική πράξη, επειδή διάφοροι παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν τη σωστή απεικόνιση, αλλά και την ερμηνεία του ακτινογραφήματος, όπως ανατομικοί, τεχνικοί, υποκειμενικοί κ.ά. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να επισημάνει τη σημασία της μελέτης μόνον καλής ποιότητας ακτινογραφημάτων, παρουσιάζοντας περιπτώσεις όπου ο ερμηνευτής του ακτινογραφήματος είναι δυνατόν να παραπλανηθεί και να καταλήξει σε λάθος διάγνωση. Από τις περιπτώσεις των ασθενών που παρουσιάζονται φαίνεται ότι η αντίθεση της εικόνας, σφάλματα κατά τη λήψη των ακτινογραφημάτων, αλλά και κατά τη μελέτη τους είναι δυνατόν να οδηγήσουν σε παρερμηνεία των ακτινογραφημάτων και σε λανθασμένη διάγνωση. Προκειμένου το ακτινογράφημα να έχει τη μεγαλύτερη δυνατή ποιότητα, χρησιμότητα και να δίνει πληροφορίες απαιτείται γνώση των βασικών αρχών της ακτινολογίας κατά τη λήψη και την εμφάνιση των ακτινογραφημάτων. Τέλος, ακτι-νογραφήματα κακής ποιότητας πρέπει να επαναλαμβάνονται όταν αυτό είναι εφικτό, διαφορετικά δεν πρέπει να ερμηνεύονται.
P. Gritzalis, K. Nicopoulou-Karayianni. The importance of the radiographic quality in oral diagnosis.Contemp Dent 2003; 23: 106-116.
Oral roentgenograms are considered essential for dental diagnosis, treatment planning, and prognosis. Radiographs with accurate images of teeth, alveolar bone, and alveolar process are essential in the dental practice. Unfortunately, most of the dental radiographs made in practice have distorted images that make interpretation uncertain. This article shows several radiographs with technical errors proving that radiographs of bad quality cause misinterpretations which, in turn, may lead to faulty diagnosis.
Εμμ. Σταύρου, Ν. Χατζηγιάννης, Εμμ. Βάρδας, Ν. Μάλλιος. Χειρουργική ανατομική στις ενδοστοματικές στελεχιαίες αναισθησίες άνω και κάτω γνάθου.ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2003; 23: 117-129.
Η τοπική αναισθησία διαιρείται στην επιφανειακή, την δι’ εμποτίσεως και τη στελεχιαία αναισθησία. Η στελεχιαία αναισθησία αποτελεί τη δυσκολότερη τεχνική και συνίσταται στην αναισθητοποίηση μεγάλων κλάδων του άνω και κάτω γναθικού νεύρου, τα οποία είναι υπεύθυνα για τη νεύρωση του συνόλου της στοματικής κοιλότητας.Η γνώση της χειρουργικής ανατομικής στις ενδοστοματικές στελεχιαίες αναισθησίες, είναι απαραίτητη για την αποφυγή πρόκλησης διαφόρων επιπλοκών στην υγεία του ασθενή.
Em. Stavrou, N. Chajiyiannis, Em. Vardas, N. Mallios. Surgical anatomy in intraoral block anesthesia of maxillary and mandibular nerve.Contemp Dent. 2003; 23: 117 -129.
The basic techniques of local anesthesia are: surface anesthesia, infiltration and nerve block anesthesia.The nerve block technique is the most difficult in dental practice. The anesthetic solution, in that technique, is deposited close or adjacent to a branch of maxillary or mandibular nerve, which are supplying the oral cavity. It is important that the dentist should know the applied anatomy in nerve block techniques, in order to prevent any possible complications.
Λ.-Β Βασιλείου, Π. Κύζας, Γερ. Δουβίτσας. Σπάνιες ανωμαλίες σχήματος δοντιών:εγκολεασμός,σύντηξη,διδυμιαΜέρος 1ο ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2003; 23: 130-140.
Η διαταραχή του ιστογενετικούμηχανισμού σε κάποιο στάδιο της οδοντογένεσης και της μορφοδιάπλασης των οδοντικών ουσιών μπορεί να έχει σαν κατάληξη τη δημιουργία δοντιών με ανωμαλίες σχήματος. Οι κυριότερες από αυτές, όσον αφορά στις επιπτώσεις τους από πλευράς οδοντικής παθολογίας, συνίστανται στον εγκολεασμό δοντιού, στην οδοντική σύντηξη και στην οδοντική διδυμία.Ο εγκολεασμός δοντιού δημιουργείται από έμπτυξη της αδαμαντίνης και της υποκείμενης οδοντίνης μέσα στην πολφική κοιλότητα, πριν από την ενασβεστίωση των οδοντικών ουσιών. Οδοντική σύντηξη προκαλείται από συνένωση δύο (ή και περισσοτέρων) παρακείμενων οδοντικών σπερμάτων σε κάποιο στάδιο της διάπλασης τους, ενώ οδοντική διδυμία είναι η ατελής απόπειρα ενός οδοντικού σπέρματος να διαχωριστεί.Σκοπός της παρούσας εργασίας είναι η διερεύνηση της σύγχρονης βιβλιογραφίας σχετικά με την αιτιολογία, την επιδημιολογία, τις επιπτώσεις και την αντιμετώπιση των σπάνιων αυτών ανωμαλιών σχήματος. Η ακριβής αιτία πρόκλησης αυτών των ανωμαλιών παραμένει ακόμα άγνωστη, παρόλο που ο παράγοντας κληρονομικότητα φαίνεται να παίζει τον πιο καθοριστικό ρόλο. Πέραν της κληρονομικότητας έχουν ενοχοποιηθεί και περιβαλλοντικοί παράγοντες όπως πίεση, τραύμα, συνωστισμός των οδοντικών σπερμάτων, συστηματικές νόσοι, ιογενείς λοιμώξεις, φάρμακα, κ.α.Η συχνότητα εμφάνισης του εγκολεασμού δοντιού στη μόνιμη οδοντοφυΐα κυμαίνεται μεταξύ 0,25%-10%, ενώ οι αντίστοιχες τιμές για την οδοντική σύντηξη και την οδοντική διδυμία είναι 0,1% και 0,3%.Στην περίπτωση του εγκολεασμού δοντιού, εξαιτίας της ανώμαλης οδοντικής μορφολογίας, παρατηρείται αυξημένη προδιάθεση για τερηδονισμό και πολφική νέκρωση, ενώ η απαιτούμενη ενδοδοντική θεραπεία παρουσιάζει δυσχέρειες και αμφίβολη πρόγνωση. Η οδοντική σύντηξη και η οδοντική διδυμία, λόγω του σχήματος και του μεγέθους των δοντιών, εκτός από αισθητικά, προκαλούν και προβλήματα ενδοδοντικά, περιοδοντικά και ορθοδοντικά.Συμπερασματικά, ο εγκολεασμός δοντιού, η οδοντική σύντηξη και η οδοντική διδυμία, αποτελούν ανωμαλίες σχήματος, που αν και σπάνιες εμφανίζονται σε συχνότητα που καθιστά πιθανή την ανάγκη αντιμετώπισης τους, τουλάχιστον μια φορά στη σταδιοδρομία ενός σύγχρονου οδοντιάτρου. Η έγκαιρη διάγνωση τους με την ενδεικνυόμενη αγωγή, είναι δυνατόν να προλάβει ορισμένες επιπτώσεις από την παρουσία τους. Α ν αυτό δεν αποφευχθεί, με τις σύγχρονες θεραπευτικές τεχνικές, προτείνονται λύσεις, που εγγυούνται διατήρηση των προσβεβλημένων δοντιών και ταυτόχρονα, αισθητική αποκατάσταση.
Vasilliou L.-V., Kyzas P., Douvitsas G. Rare anormalities in tooth formation. Dens invaginatus, dental fusion and gemination.Contemp Dent 2003; 23: 130-140.
An histogenetic retardation in a stage of the tooth development may produce malformed teeth. The most important abnormalities of tooth formation, from the aspect of dental pathology, are dens invaginatus, dental fusion and gemination.Dens invaginatus is a developmental variation as a result of invagination in tooth crown and/or the root, before the calcification phase. Fusion is currently recognised as a union of two separate tooth buds at some of their development with confluence of dentin. Gemination is an anomaly caused by the incomplete attempt of a single tooth bud to divide.The purpose of this study is the review of the early literature on the aetiology, occurrence, consequences and treatment of these rare tooth anomalies.The precise aetiology of dens invaginatus, dental fusion and gemination is still unknown, although genetic factors are thought to be the major cause.The incidence of dens invaginatus in the permanent dentition ranges from 0,25% to 10%, while the occurrence of dental fusion and gemination is 0,1%and 0,3%.Usually a teeth with an invagination results in pulp necrosis soon after its eruption into the oral cavity, due to the specific formation and mineralization of the dental tissues. In cases of fusion and gemination the size and the form of the tooth causes aesthetic, endodontic, periodontic and orthodontic problems.In conclusion dens invaginatus, dental fusion and gemination are rare abnormalities, that require early diagnosis and specific treatment. The clinician must be informed of the recent treatment solutions, in order to achieve functional preservation and aesthetic restoration of such teeth.
