Σ. Πελεκάνος, Σ. Ο. Κουτάγιας, Ε. Τζωρτζοπούλου. Περιοπροσθετική αντιμετώπιση δοντιών με μεσορριζικές βλάβες ΙΙης και ΙΙΙης κατηγορίας.Παρουσίας κλινικής περίπτωσης ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 61 -73.
Η προσβολή του διχασμού των ριζών των πολύρριζων δοντιών αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα του περιοπροσθετικού ασθενή. Στις περιπτώσεις όπου οπίσθια δόντια με μεσορριζικές βλάβες πρόκειται να αποτελέσουν στηρίγματα προσθετικών αποκαταστάσεων, τότε οι τεχνικές που θα ακολουθηθούν θα πρέπει να έχουν σαν στόχο αφ’ ενός μεν την εξάλλειψη των θυλάκων, αφ’ ετέρου δε την καλύτερη διευκόλυνση της στοματικής υγιεινής. Η εργασία αυτή έχει σαν σκοπό να περιγράψει και να δώσει έμφαση, με τη βοήθεια ενός κλινικού περιστατικού, σε ορισμένα κλινικά και τεχνικά σημεία στην αντιμετώπιση γομφίων με μεσορριζικές βλάβες ΙΙης και ΙΙΙης κατηγορίας, οι οποίοι πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σαν στηρίγματα προσθετικών αποκαταστάσεων. Η τεχνική της ενδοχειρουργικής παρασκευής των ριζών – στηριγμάτων, αφ’ ενός μεν συμβάλλει στην εξάλλειψη των υποσκαφών ως την κορυφή της φατνιακής απόφυσης, αφ’ετέρου παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας του απαραίτητου χώρου μεταξύ τους. Η χρήση μεταβατικών αποκαταστάσεων βοηθάει στον έλεγχο της πρόγνωσης των διχοτομηθέντων δοντιών. Η ακρίβεια και η προσεκτική αξιολόγηση κάθε σταδίου της κλινικής διαδικασίας για την περιοπροσθετική αντιμετώπιση δοντιών με μεσορριζικές βλάβες ΙΙης και ΙΙΙης κατηγορίας μπορούν να ελαχιστοποιήσουν την αποτυχία της θεραπείας διχοτόμησης – τριχοτόμησης.
S. Pelekanos, S.O. Koutajas, E.Tzortzopoulou. Periodontal – Prosthetic treatment of teeth with grade II or III furcation involvement. A case presentation. Contemp Dent 1998; 18: 61 -73.
The furcation involvement of multirooted teeth is one of the most important problems of the periodontal -prosthetic treatment. The therapeutic methods which are followed, in cases where these teeth have to be used as abutments for prosthetic restorations, have to eliminate the pocket depth and facilitate the oral hygiene. The purpose of this presentation is to describe and to emphasise some clinical and technical aspects of the treatment of molars with grade II and III furcation involvement, which are served as abutments for fixed bridges. The benefits of the intraoperative preparation of the remaining roots – abutments are the elimination of the undercuts to the alveolar crest, and the creation of the proper space between them. The use of long-term provisional restorations may help to control the prognosis of the sectioned teeth. The precision and the carefull evaluation of every step of the periodontal -prosthetic treatment of teeth with grade II or III furcation involvement are important factors for the minimisation of the failures of the resection therapy.
Νεόφυτος, Μ. Σαμπατακάκης. Η νευραλγία του τριδύμου και η φαρμακευτική αντιμετώπισή τους ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 75-80.
Η νευραλγία τριδύμου είναι μια ιδιαίτερα δυσάρεστη κατάσταση που μπορεί να χρειαστεί ν’ αντιμετωπίσει ο οδοντίατρος στην καθημερινή άσκηση της οδοντιατρικής. Είναι άγνωστης αιτιολογίας, χαρακτηρίζεται από έντονο παροξυσμό πόνο που διαρκεί συνήθως μερικά δευτερόλεπτα έως λίγα λεπτά και που εκλύεται ύστερα από διέγερση των «ζωνών ευαισθησίας». Μπορεί να προσβάλλει και τους τρεις κλάδους του τριδύμου, κυρίως όμως προσβάλλει τον 3ο κλάδο, μετά τον 2ο και λιγότερο τον 1ο. Εκδηλώνεται συνήθως την 5η και 6η δεκαετία, έχει δε προτίμηση στις γυναίκες σε αναλογία 2:1. Για την επιτυχή αντιμετώπιση της, ιδιαίτερη σημασία έχει ο εντοπισμός του πάσχοντα κλάδου με τοπική αναισθησία και η διαφορική διάγνωση της από άλλες προσωπαλγίες ή νευραλγίες που μοιάζουν με αυτήν, όπως του γλωσσοφαρυγγικού ιδιαίτερα κατά τα αρχικά στάδια, οπότε και η συμπτωματολογία της δεν είναι τυπική. Παρά την ύπαρξη αρκετών χειρουργικών τεχνικών για την αντιμετώπιση της, μειζόνων και ελασσόνων, τα ποσοστά επιτυχίας τους και η διάρκεια της ανακούφισης που παρέχουν, όπως επίσης και οι βαρείες, μερικές φορές, επιπλοκές τους καθιστούν τη φαρμακευτική αντιμετώπιση της νόσου πρώτη επιλογή και φάρμακο εκλογής την καρβαμαζεπίνη, που δίνει υψηλά ποσοστά επιτυχίας, χωρίς σοβαρές παρενέργειες.
G. Neofitos, Μ. Sabatakakis. Trigeminal neuralgia and medical treatment. Contemp Dent 1998; 18: 75-80.
Trigeminal neuralgia is a most unpleasant pain syndrome confronted by dentists in everyday practice. The cause of trigeminal neuralgia remains unknown. The pain is paroxysmal lasting usually a few seconds or minutes and is initiated by stiumulation of the triger zones. All three divisions of trigeminal nerve can be afflicted but the second branch is most commonly afflicted than the third or fist branches. Most patients developing trigeminal neuralgia are in the 5h and 6th decade of life while women tend to be afflicted more frequently than men with a 2:1 ratio. Diagnoses of the syndrome especially in the first stages when the symptoms are not typical is of most importance. There are many surgical procedures minor or major in order to combat the pain but the short duration of pain relief and the morbidity that accompanies them, makes the medical treatment the first choise. The treatment of tic douloureux should begin with the use of reliable medications such as Carbamazepine which is succesful in most cases as long as it is taken regularly and is a safe drug if it is used correctly.
Σ. Θεοδωρίδου-Παχίνη, Α. Καρέζης, Κ. Τολίδης I. Παπαδόγιαννης. Συγκριτική μελέτη επιφανειακής μικρο-σκληρότητας αισθητικών εμφρακτικών υλικών ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 81 -90.
Αναμφίβολα, τα τελευταία χρόνια τα λεγόμενα αισθητικά εμφρακτικά υλικά χρησιμοποιούνται όλο και περισσότερο σαν υλικά επιλογής όχι μόνο σε εμφράξεις προσθίων δοντιών, αλλά και σε εμφράξεις οπισθίων δοντιών. Η επιφανειακή μικροσκληρότητα ενός εμφρακτικου υλικού αποτελεί μια πολύ σημαντική του ιδιότητα, γιατί αποτελεί ένδειξη για τον βαθμό (βάθος) πολυμερισμού του υλικού, συνεπώς αποτελεί ένδειξη για τη μηχανική αντοχή, συνοχή και αντίσταση του υλικού στην αποτριβή και άλλες καταπονήσεις που συμβαίνουν μέσα στη στοματική κοιλότητα. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η συγκριτική μελέτη της επιφανειακής μι-κροσκληρότητας ορισμένων αντιπροσωπευτικών αισθητικών εμφρακτικών υλικών: Μίας υαλοίονομερούς κονίας διπλού μηχανισμού πήξης (Fuji II LC improved), μίας χημικώς πολυμεριζόμενης υαλοίονομερούς κονίας (Ketac Molar), τριών υβριδίων υαλοίονομερούς κονίας (Dyract, Compoglass, Hytac), και μίας φωτοπολυμεριζόμενης σύνθετης ρητίνης (Ζ 100). Για τις μετρήσεις της μι-κροσκληρότητας που έγινε σε μονάδες Knoop, χρησιμοποιήθηκε σκληρόμετρο τύπου HMV2000 Shimadzu. Κατασκευάστηκαν 10 δοκίμια για κάθε υλικό, πάχους 1,2mm το καθένα, τα οποία εξετάστηκαν σε τρεις ομάδες: Η πρώτη περιελάμβανε δοκίμια που εξετάστηκαν αμέσως μετά την κατασκευή τους, η δεύτερη δοκίμια που εξετάστηκαν μετά την παραμονή τους σε κλίβανο στους 37°C για 24 ώρες, και η τρίτη δοκίμια που εξετάστηκαν μετά από θερμοκύκλωση στους 2000 κύκλους και σε θερμοκρασίες 5°C, 37°C, 55°C, 37°C. Μετά την εξέταση των δοκιμίων κάθε ομάδας αφαιρέθηκε από κάθε δοκίμιο υλικό πάχους 0,3 mm και τα δοκίμια εξετάστηκαν για δεύτερη φορά. Τα αποτελέσματα έδειξαν στατιστικώς σημαντικές διαφορές μεταξύ των δοκιμίων πριν την αφαίρεση πάχους και μετά την αφαίρεση 0,3 mm σε όλα τα δοκίμια και για όλες τις ομάδες που αυτά εξετάστηκαν.
S. Pahini-Theodoridou, A. Karezis, K. Tolidis, Y. Papadogiannis. A comparative study on the surface microhardness of aesthetic restorative materials. Contemp Dent 1998; 18: 81-90.
During the last years the so called aesthetic restorative materials are widely used as materials of choice for restoring not only anterior but posterior teeth as well. The surface microhardness of a restorative material is a very important property of the material because it can be used as an indicator of the degree (depth) of the polymerization of the material and therefore it serves as an indicator of the material’s mechanical strength, coherence and resistance to wear and other fatigues that take place in the oral cavity. The purpose of this study was to compare the surface microhardness of some representative aesthetic restorative materials. The materials tested in this study were: one dual cure glass ionomer cement (Fuji II LC improved, Fuji G.C), one chemically cured glass ionomer cement (Ketac molar, ESPE) and one light cured composite resin (ZWO, 3M). All Knoop microhardness measurements (KHN) were made with the aid of an HMV2000 Shimadzu hardness meter. Ten specimens for each material 1.2mm thick were constructed. All the materials were examined in three groups: In group A the specimens were tested 15′ after their construction, in group Β specimens remained in an oven at 37°C for 24 hours prior to testing and finally in group C specimens were thermocycled for 2000 cycles at temperatures of 5°C, 37°C, 55°C and 37°C. Once the test for each specimen was concluded, a layer of 0.3mm was grinned of the specimen’s surface and another measurement was performed. The results showed statistically significant differences between the measured values before the removal of a surface layer and after the removal of 0.3mm for all the materials and for each one of the three groups of examination. Z10O exhibited the highest KHN in all three examination groups regardless of the specimens’ thickness. Dyract, Hytac and Compoglass demonstrated a behavior similar to that of the composite resin; the differences in the measured KHN between the three compomers may be attributed to the differences in the percentage of resin and glass ionomer in each material. Fuji II LC improved demonstrated KHN values considerably lower compared to ZWO due to the continued acid reaction of the ionomer part of the material. Ketac molar showed the highest KHN values, following ZWO, at the thermocycled specimens.
Α. Α. Γαλιατσάτος, Α. Μητσούδης, Κ. Γεωργιάδης. Επιδιόρθωση θραυσμένων προσθετικών αποκαταστάσεων ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18:91-110.
Ένα από τα συχνά προβλήματα που παρουσιάζουν οι ακίνητες προσθετικές αποκαταστάσεις είναι η θραύση μέρους ή και όλου του επικαλυπτικού υλικού (πορσελάνη ή ακρυλική ρητίνη). Για την επίλυση του προβλήματος αυτού μπορούν να χρησιμοποιηθούν διάφοροι τρόποι, είτε άμεσοι χωρίς τη χρήση του εργαστηρίου, είτε έμμεσοι. Ο άμεσος τρόπος περιλαμβάνει τη χρήση συνθέτων ρητινών και ενός συνδετικού παράγοντα, συνήθως σιλανίου. Έρευνες έχουν αποδείξει ότι ένας συνδετικός παράγοντας σιλανίου έχει τη δυνατότητα να σχηματίσει χημικό δεσμό ανάμεσα στη σύνθετη ρητίνη και στο επικαλυπτικό υλικό. Ο δεσμός αυτός είναι αρκετά ικανοποιητικός, έτσι ώστε να χρησιμοποιούνται τα διάφορα αυτά συστήματα για την ενδοστοματική επιδιόρθωση των θραυσμένων αποκαταστάσεων. Στην εργασία αυτή γίνεται μια ανασκόπηση όλων των σύγχρονων μεθόδων, άμεσων και έμμεσων, για την επιδιόρθωση θραυσμένων προσθετικών αποκαταστάσεων. Παρουσιάζονται τα αίτια θραύσης, οι ιδιότητες και ο μηχανισμός δράσης των υλικών επιδιόρθωσης. Τέλος, περιγράφεται η κλινική διαδικασία επιδιόρθωσης τόσο με τον άμεσο τρόπο, όσο και με τον έμμεσο, δηλαδή στο εργαστήριο.
Galiatsatos Α., Mitsoudis A., Georgiadis K. Repair of fractured fixed prosthetic restorations. Contemp Dent 1998; 18:91-110.
The repair of an fixed prosthetic restoration is a problem which has become of interest to the practicing dentist. Many methods have been devised to repair the fractured veneers. A clinical procedure was seeked to repair these restorations without remarking the entire prosthesis. Within the last few years, several types of repair systems have been developed. These systems are composite resins and use coupling agents which are placed on the fracture surface. These attain both mechanical and chemical retention. This article is reffered to the methods (direct and indirect) that have been devised to repair the fractured veneers and to the reasons that can lead to fracture. The direct methods uses light-curing resin as a veneering material and silane as a coupling agent. The result and prognosis of each method depends on the operator’s experience and the proper handling of the necessary materials.
