Dr. Jürgen Lenz και διπλ. μηχανικός Markus Raabe, Πανεπιστήμιο Karlsruhe. Για τον προσδιορισμό του συντελεστή θερμικής διαστολής κράματος, οδοντίνης και αδιαφάνειας ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 15-26.
Βασική προϋπόθεση για την επιτυχία μιας μεταλλοκεραμικής κατασκευής είναι η αντιστοιχία των θερμικών συντελεστών κράματος, οδοντίνης και αδιαφάνειας. Όμως, παρά τη χρησιμοποίηση σύγχρονων και υποτιθέμενων θερμικά συμβατών υλικών παρουσιάζονται αρκετά συχνά ξεφλουδίσματα και ρωγμές στην κεραμική μάζα. Οι συγγραφείς μας διερεύνησαν το πρόβλημα και έλεγξαν την κατανομή των τάσεων μέσα στη μάζα της κεραμικής με τη συμμετοχή της αδιαφάνειας. Με βάση την επίστρωση τριών στρωμάτων διερευνήθηκαν οι τάσεις κάμψης μέσα στη δομή. Οι συγγραφείς παρουσιάζουν επιπλέον τις μέγιστες τιμές τάσεων με διαφορετικούς συντελεστές θερμικής διαστολής και διαφορετικό μέτρο ελαστικότητας του κάθε κράματος και συζητούν τα αποτελέσματα.
Γ. Ζαμπέλης, Σπ. Πάϊκος. Ανάπλαση περιοδοντικών ιστών σε μεσορριζικούς θυλάκους ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20:27-34.
Η ελάττωση του βάθους των μεσορριζικών θυλάκων και η ανάπλαση των περιοδοντικών ιστών στο σημείο αυτό αποτελεί και το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα στη θεραπευτική των νόσων του περιοδοντίου.Έχουν χρησιμοποιηθεί πολλοί τρόποι θεραπευτικής αντιμετώπισης προκειμένου να επιτευχθεί η αναγέννηση των περιοδοντικών ιστών στο σημείο διχασμού των ριζών. Οστικά μοσχεύματα, σύνθετα κεραμικά υλικά και μεμβράνες έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί. Τα καλλίτερα αποτελέσματα ωστόσο έχουν επιτευχθεί με τη μέθοδο της κατευθυνόμενης ιστικής αναγέννησης. Ωστόσο με καμιά από τις εφαρμοσθείσες θεραπευτικές αγωγές δεν επιτυγχάνονται αποτελέσματα τα οποία να οδηγούν στην πλήρη ανάπλαση των περιοδοντικών ιστών. Πιθανότατα θα πρέπει να ερευνηθούν και άλλοι παράγοντες που επηρεάζουν την ταχύτητα και τον τρόπο της διαδικασίας της επούλωσης. Ως κύριο συμπέρασμα των ερευνητικών εργασιών προκύπτει, άτιμε τη μέθοδο κατευθυνόμενης ιστικής αναγέννησης παρατηρείται βελτίωση της δομής και της εμφάνισης των περιοδοντικών ιστών χωρίς αυτό να συνοδεύεται από την αντίστοιχη αναγέννηση των ιστών που έχουν καταστραφεί από την περιοδοντική νόσο.
Zambelis G.,Paikos Sp. Regeneration of tissues in cases of furcation involvement. Contemp Dent 2000; 20:27-34.
The reduction of pocket depth in furcated areas in multirooted teeth and regeneration of the lost tissues in such areas is the mean problem of the current status of periodontal treatment. A number of different treatment methods have been used to regenerate periodontal tissues lost in the area of furcation of molars and premolars. Bone grafts as well as synthetic ceramic materials in conduction with different Kinds of barrier bio-materials have been used so far. The most promising results are achieved by using the so-called Guided Tissue Regeneration (G.T.R.) method, although the results do not lead in a complete regeneration of lost tissues. Probably a number of unknown factors may influence healing which in fact gives a picture of a remarkable regeneration which is not really associated with corresponding bone volume regeneration.
Π. Σιαφάκας. Κ. Τσάμης, Γ. Χατζηπέτρος. Σιαλικό υμένιο: Σχηματισμός – Σύνθεση – Κλινική σημασία Μέρος 2ο ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 35-50.
Η σύνθεση και το πάχος του σιαλικού υμενίου μπορούν να επηρεαστούν από ποικίλους παράγοντες όπως ο χρόνος, η επίδραση βακτηρίων, το είδος των δοντιών (μόνιμα ή νεογιλά) οι οποίοι μπορούν να μεταβάλλουν τα βασικά φυσικοχημικά χαρακτηριστικά του υμενίου με αποτέλεσμα σημαντικές τροποποιήσεις στη λειτουργική του δράση. Αυτές οι λειτουργικές αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν όλες εκείνες τις διεργασίες που συμβαίνουν στην επιφάνεια του δοντιού όπως η προσκόλληση των βακτηρίων και ο σχηματισμός της οδοντικής πλάκας. Ιδιαίτερα σημαντικές φαίνονται να είναι οι κλινικές επιπτώσεις της ύπαρξης του σιαλικού υμενίου, καθώς έχει μία πολλαπλή ευεργετική επίδραση στην υγεία των δοντιών και μία σωστή αξιοποίηση του θα μπορούσε να οδηγήσει στη δημιουργία και στη διατήρηση μιας αρμονικής βιολογικής ισορροπίας μεταξύ των στοιχείων που απαρτίζουν τη στοματική κοιλότητα. Έτσι, το υμένιο παρουσιάζεται να προστατεύει την αδαμαντίνη από τη διάβρωση, μειώνοντας τη διάλυση του απατίτη, και από τα διαιτητικά οξέα δρώντας ως ένα φράγμα διαπερατότητας. Παράλληλα, εμποδίζει την αποτριβή δρώντας ως λιπαντικό μέσο. Η τερηδονοστατική δράση του οφείλεται στο γεγονός, ότι τα διάφορα συστατικά του και ιδιαίτερα τα λιπίδια εμποδίζουν τη διάχυση των τελικών μεταβολικών προϊόντων των οξεογενών μικροοργανισμών μέσω του υμενίου. Ταυτόχρονα το σιαλικό υμένιο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση της διαδικασίας απομεταλλικοποίησης της αδαμαντίνης. Διάφορες ουσίες, πολλές από τις οποίες περιέχονται σε οδοντόκρεμες, μπορούν να προκαλέσουν διάφορες αλλαγές στη σύνθεση και τη δομή του υμενίου προκαλώντας ακόμη και την εμφάνιση δυσχρωμιών. Η σχέση του φθορίου με το σιαλικό υμένιο είναι ένα αμφιλεγόμενο θέμα για το οποίο έχουν διατυπωθεί πολλές και συχνά εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις. Το φθόριο με την ευεργετική δράση που ασκεί στους οδοντικούς ιστούς προωθεί τη διαδικασία της επαναμεταλλικοποίησης και γενικά αποτελεί ένα σημαντικό παράγοντα επιτυχίας στα σύγχρονα προγράμματα προληπτικής οδοντιατρικής. Σύμφωνα με τα σύγχρονα δεδομένα, η παρουσία του σιαλικού υμενίου εμποδίζει την εκδήλωση αυτής της ευεργετικής δράσης του φθορίου επειδή περιέχει πολλούς αναστολείς της δράσης του. Έτσι, η παρουσία του σιαλικού υμενίου θεωρείται ανασταλτική όχι μόνο για τον σχηματισμό φθοριούχου ασβεστίου (η παρουσία του οποίου στην επιφάνεια της αδαμαντίνης θεωρείται ως ένας κύριος παράγοντας προστασίας της από τις τερηδονογόνες επιθέσεις) αλλά και για την παρουσία διαλυμένου φθορίου γενικότερα. Με βάση αυτά τα δεδομένα, που αναλυτικά παρουσιάζονται στην εργασία, συνιστούμε ότι το σιαλικό υμένιο θα πρέπει να αφαιρείται πριν από την τοπική εφαρμογή φθορίου.
P. Siafakas, Κ. Tsamis, G. Chatzipetros. Salivary pellicle: Formation – Composition -Clinical Importance. Part 2. Contemp Dent 2000; 20: 35-50.
The presence of the salivary pellicle, which covers all dental surfaces, has a key role in maintaining satisfactory oral health because it protects enamel against carious attacks. This particular pellicle is called salivary because of its origin. Due to its formation, composition and thickness is a major controlling factor for all events that occur on dental surfaces. It is widely accepted that the salivary pellicle isformed instantaneously on dental surfaces because of the interaction between saliva and enamel. More specifically, the enamel surface, via the hydration layer that covers it and due to electrostatic attractive forces, interacts with the salivary components and especially with salivary proteins. The overall process is characterized by an intense selectivity in the adsorption of the salivary components. Acidic proteins, which are salivary components, are dominant in the salivary pellicle. In addition, the results of amino acid analysis of the pellicle reveal the domination of acidic and neutral amino acids. Carbohydrates and lipids have also been detected. Lipids contribute significantly in the protection of enamel against carious attacs. The composition and the thickness of salivary pellicle can be influenced by various factors such as time, bacteria, and the kind of teeth (permanent or primary). They may change the basic physicochemical characteristics of pellicle and consequently its functionality. Variations of these characteristics can affect all events that occur on the enamel surfaces such as the microbial adhesion and the formation of the dental plaque. A proper exploitation of salivary pellicle may contribute to the achievement and the maintenance of a biological equilibrium among the various parts of the oral cavity. The pellicle seems to protect enamel against erosion by reducing the apatite’s dissolution, and against dietary acids by acting as a permeability barrier. Also, it reduces friction between teeth and oral mucosa. The protection of enamel against carious attacks is due to the fact that several of its constituents and especially lipids prevent the diffusion of the metabolic end products of many acidogenic bacteria through it. Simultaneously, the pellicle plays an important role to the regulation of the procedure of enamel demineralization. Various substances, many of which are contained in dentifrices, can provoke changes in the composition and the structure of pellicle, such as pellicle staining. The relation of fluoride with salivary pellicle is still an issue in debate. Many and even opposite arguments have been proposed. Fluoride, due to its beneficial action in dental tissues, promotes remineralization. More generally is a very important factor of success for all modern programs of preventive dentistry. According to recent results, the precence of salivary pellicle prevents the beneficial action of fluoride because it contains many inhibitors of this action. More specifically, its precence is inhibitory not only for the formation of calcium fluoride but also for the presence of dissoluted fluoride. By the proceeding discussion, thoroughly presented in this paper, we recommend that salivary pellicle has to be removed before any topical application of fluoride.
Ε. Παπαδάκης, Ι. Φανουράκης, Μ. Ζαννίκου, Ε. Στεφάνου. Παρουσίαση δύο περιπτώσεων εκτεταμένης οστεϊνο-οστικής δυσπλασίας (FCOD) ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 2000; 20: 51-59.
Οι περιακρορριζικές οστείνικές βλάβες ανήκουν σε μία ετερογενή ομάδα βλαβών και παρατηρούνται σε περιοχές των γνάθων που έχουν δόντια. Μπορούν να ταξινομηθούν σε τέσσερις κύριες κατηγορίες συμφωνάμε την ταξινόμηση της WHO (WorldHealth Organization). Αυτές περιλαμβάνουν το οστέινοοστεοποιό ίνωμα, το καλοήθες οστεϊνοβλάστωμα και τις δύο οστέινο-οστικές δυσπλασίες: την περιακρορριζική οστεϊνική δυσπλασία (PCD-Periapical Cemental Dysplasia) και την εκτεταμένη οστείνοοστική δυσπλασία (FCOD-Florid Cemento-osseous Dysplasia). Αυτή η ταξινόμηση βασίστηκε στο φύλο και στην ηλικία των επηρεασμένων ατόμων σε συνδυασμό με την εντόπιση, τα ακτινογραφικά και τα ιστολογικά χαρακτηριστικά των βλαβών. Εντούτοις οι βλάβες δεν είναι πάντοτε τυπικές, οπότε δεν μπορούν να ταξινομηθούν ικανοποιητικά σε μια ιδιαίτερη κατηγορία. Απ’ αυτές τις βλάβες, η εκτεταμένη οστείνοοστική δυσπλασία (η προηγούμενη ονομασία της ήταν γιγαντόμορφα οστεϊνώματα), πιστεύεται ότι έχει κληρονομική προδιάθεση, αν και μέχρι πρόσφατα μόνο μία οικογένεια έχει περιγραφεί μ’ αυτή την κατάσταση.Στην εργασία αυτή αναφέρεται η αιτιοπαθογένεια και η διαφορική διάγνωση αυτών των βλαβών, παρουσιάζονται δύο περιπτώσεις εκτεταμένης οστεϊνοοστικής δυσπλασίας και γίνεται ανασκόπηση της σύγχρονης βιβλιογραφίας.
Ε. Papadakis, I. Fanourakis, Μ. Zannikou, Ε. Stefanou. Evaluation of two interested cases of florid cemento-osseous dysplasia (FCOD). Contemp Dent 2000; 20: 51-59.
Periapical cemental dysplasia are a heterogeneous group of lesions affecting the tooth bearing regions of the jaw. They can be classified into four major types according to the WHO classification. These include cemento-ossifying fibroma, the benign cementoblas-toma and the two cemento-osseous dysplasias, periapical cemental dysplasia (PCD) and florid cemento-osseous dysplasia (FCOD). This classification is based on the sex and age of the affected individuals together with the site, radiographic and histological features of the lesions. However, lesions are not always typical and they cannot be satisfactorily assigned to a particular category. Of these lesions FCOD (formerly termed gigantiform cementoma) is thought to have a familiar basis, although until recently only a single family had been described with this condition.The purpose of this study is the evaluation and analysis of the clinical and radiographic features of two interested cases of FCOD and the development of the methodology of the differential diagnosis. The value of screening these conditions is to establish correct diagnosis and prevent unnecessary treat-ment or complications in dental management.
