I. Νικέλλης, Α. Μακρή – Μπατιστάτου. Χειρουργικοί οδηγοί ή νάρθηκες για την τοποθέτηση εμφυτευμάτων ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1996; 16: 295-303.
Η τοποθέτηση των εμφυτευμάτων με την κατάλληλη κλίση και την ακριβή θέση που καθορίστηκε από το σχέδιο θεραπείας, αποτελεί ίσως το κατώφλι της επιτυχίας τόσο της Χειρουργικής επέμβασης, όσο και της μετέπειτα προσθετικής αποκατάστασης. Η κατασκευή ενός χειρουργικού οδηγού -νάρθηκα θα διευκολύνει και θα απλοποιήσει τους χειρουργικούς χειρισμούς και ακόμα θα ελαχιστοποιήσει ή θα εκμηδενίσει την πιθανότητα ιατρογενών συμβαμάτων. Σκοπός της εργασίας αυτής είναι να προτείνει μια μεθοδολογία κατασκευής ενός τέτοιου χειρουργικού οδηγού – νάρθηκα.
J. Nikellis, A. Makri – Batistatou. Surgical Guide for Controlled Implant Placement. Contemp Dent 1996; 16: 295-303.
This article describes the process of making and using a surgical guide stent, for the optimum placement of osseointegrated implants. Valuable information for this reconstruction we can be obtain by combining the radiographs and wax-up. The use of this surgical guide enable to establish the position and orientation of the implants and the predictable placement of osseointegrated implants can be achieved.
Σ. Θεοδωρίδου, Α. Καρανίκα, Ι. Παπαδόγιαννης, Γ. Τριγωνίδης. Ιστολογική μελέτη του πολφού μετά από χρήση συγκολλητικού παράγοντα οδοντίνης (Scotchbond 2) ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1996; 16: 305-314.
Οι σύνθετες ρητίνες είναι υλικό που χρησιμοποιείται σε μεγάλη έκταση στις συντηρητικές αποκαταστάσεις. Η αδυναμία τους όμως να συγκολλούνται με τους σκληρούς οδοντικούς ιστούς, υποχρεώνει τον οδοντίατρο να χρησιμοποιήσει κάποιο συγκολλητικό παράγοντα οδοντίνης για να βελτιώσει τη συγκράτηση των συνθέτων ρητινών με τους οδοντικούς ιστούς. Σκοπός της πειραματικής αυτής εργασίας ήταν να μελετηθούν οι αντιδράσεις του πολφού μετά από τοποθέτηση του συγκολλητικού παράγοντα Scotchbond 2 στο πολφικό τοίχωμα κοιλοτήτων. Για την έρευνα αυτή χρησιμοποιήθηκαν οι οδοντικοί φραγμοί τριών υγειών σκύλων, εφαρμόζοντας τους κανόνες προστασίας των ζώων σύμφωνα με τη νομοθεσία του κράτους. Με τη βοήθεια χειρολαβής υψηλών ταχυτήτων και με τη χρήση καινούργιων εγγλυφίδων από τουγκστένιο μικρού μεγέθους, παρασκευάσθηκαν κοιλότητες V ομάδας στις παρειακές επιφάνειες των δοντιών με σύγχρονο καταιονισμό νερού. Τα δόντια χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες Α, Β, Γ βάση του χρόνου ελέγχου. Ακολούθησε ο καθαρισμός των κοιλοτήτων και η τοποθέτηση του συγκολλητικού παράγοντα Scotchbond 2 στην υποομάδα α’, ενώ στην υποομάδα β’, των μαρτύρων, τοποθετήθηκε φύραμα υδροξειδίου του Ca και βερνίκι. Όλες οι κοιλότητες εμφράχθηκαν με αμάλγαμα και ο έλεγχος της αντίδρασης του πολφού έγινε ύστερα από οκτώ, τριάντα και ενενήντα ημέρες. Οι αλλιώσεις που προέκυψαν ήταν διαφορετικού βαθμού, δηλαδή βαριάς, μέτριας και ελαφράς μορφής. Από τα αποτελέσματα που προέκυψαν κατά τη μελέτη των ιστολογικών παρασκευασμάτων των δοντιών συμπεραίνεται ότι ο συγκολλητικός παράγοντας που μελετήθηκε, προκαλεί πολφική αντίδραση. Καθοριστικό όμως ρόλο της πολφικής αντίδρασης παίζει το πάχος της οδοντίνης που παρέμεινε πάνω από τον πολφό μετά την παρασκευή της κοιλότητας. Για το λόγο αυτό θα πρέπει να προτιμάται η τοποθέτηση ουδετέρου στρώματος Ca(0H)2 στις βαθιές κοιλότητες πριν από την τοποθέτηση του συγκολλητικού παράγοντα Scotchbond2.
S. Theodoridou, Α. Karanika, Y. Papadogiannis, G.Trigonidis. Histological study of the pulp after the use of a dentine adhesive (Scotchbond 2). Contemp Dent 1996; 16: 305-314.
Composite resins are materials widely used in conventional restorations. Their inability, however, to adhere to hard dental tissues has led to the use of dentin bonding agents by the dentist, in order to improve the bond of the composite resins with dental tissues. The goal of this experimental study was to evaluate the reaction of the pulp after placement of the bonding agent Scotchbond 2 on the pulpal wall of a cavity. For the purpose of this study, the full dental occlusion of three healthy dogs were used. All the handling and treatment of the animals was done in complicance with the goverment legistature on the protection of animals. Class V cavities on the buccal surface of the teeth were prepared, using a high speed handpiece and small unused tungesten burs under copions spray of water. The teeth were divided into three groups A, B and C according to the time hat elapsed form placement to evaluation i.e. 8, 30 and 90 days respectively. The cavities were cleaned and the bonding agent Scotchbond 2 was placed in the teeth of subgroup a’ while in the control subgroup b’ calcium hydroxide and varnish were used. The ca vities of both subgroups were filled with the same amalgam. The resulting lessions were classified as heavy, medium or light. From the results of the histological evaluation of the specimens it was determined that the bonding agend tested canses a pulpal response. However, the thickness of the remaining dentin after cavity preparation is of primary importance. For this reason it is suggested that in deep ca vities a calcium hydroxide liner should be placed prior to the placement of the bonding agent Scotchbond 2.
Σ. Γιαννικάκης, Κ. Βαλαμβάνος, Α. Ζήσης. Συχνότητα εμφάνισης Δυσλειτουργίας της Κροταφογναθικής Διάρθρωσης σε άτομα με ολικές οδοντοστοιχίες Κλινικοστατιστική μελέτη ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1996; 16: 315-322.
Σκοπός της κλινικοστατιστικής αυτής μελέτης ήταν να βρεθεί η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου της Κροταφογναθικής Διάρθρωσης σε άτομα με ολικές οδοντοστοιχίες και να αξιολογηθεί σε σχέση με διάφορους παράγοντες. Σε 111 ασθενείς που χρησιμοποιούσαν ολικές οδοντοστοιχίες για τουλάχιστον ένα χρόνο έγινε:
α. Λήψη ιστορικού που αφορούσε το φύλο, την ηλικία, τα έτη εμπειρίας από οδοντοστοιχίες, τον αριθμό των οδοντοστοιχιών που έχει χρησιμοποιήσει ο ασθενής, τα έτη χρήσης της εξεταζόμενης οδοντοστοιχίας και τον χρόνο χρήσης κατά τη διάρκεια του εικοσιτετραώρου.
β. Εξέταση των οδοντοστοιχιών σε σχέση με την Κάθετη Διάσταση και με την Κεντρική Σχέση.
γ. Κλινική εξέταση που αφορούσε τη δυσκολία και τον πόνο κατά τη διάνοιξη, τον πόνο στην Κροταφογναθική Διάρθρωση, την απόκλιση από τη μέση γραμμή κατά την διάνοιξη του στόματος και τους ήχους από την Κροταφογναθική Διάρθρωση (clicking, crepitus). Όσοι εμφάνιζαν ένα ή περισσότερα από τα προαναφερθέντα συμπτώματα απετέλεσαν την ομάδα πασχόντων.
Η συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου της Κροταφογναθικής Διάρθρωσης στο δείγμα των 111 ατόμων ήταν 31.5%. Οι διαφορές στη συχνότητα εμφάνισης του συνδρόμου της Κροταφογναθικής Διάρθρωσης σε άτομα με ολικές οδοντοστοιχίες, όσον αφορά το φύλο, την ηλικία, τον χρόνο εμπειρίας στις οδοντοστοιχίες, τον αριθμό των οδοντοστοιχιών που έχει χρησιμοποιήσει ο ασθενής, τον χρόνο χρήσης των εξεταζόμενων οδοντοστοιχιών, την Κάθετη Διάσταση και την Κεντρική σχέση, ήταν απλώς ενδεικτικές χωρίς στατιστική σημαντικότητα. Στατιστικά σημαντική διαφορά (Ρ<0.05) έδειξαν οι ασθενείς που αφαιρούσαν την οδοντοστοιχία τη νύχτα σε σχέση με αυτούς που δεν τις αφαιρούσαν και οι οποίοι είχαν και τα λιγότερα προβλήματα.
St. Giannikakis, Κ. Valamvanos, A. Zissis. The prevalence of TMJ dysfunction among complete denture wearers. Contemp Dent 1996; 16: 315-322.
The aim of this study was to find out the prevalence of TMJ dysfunction among complete denture wearers and to determine the significance of some factors involved. One hundrend eleven patients who had worn complete dentures for at least one year and were attending the Removable Prosthetics clinic for new dentures were examined. The study include:
a) A history record in relation to sex, age, years of denture experience, number of dentures used, age of last denture, and the time period of daily denture wearing.
b) A questionnaire concerning difficulty in opening of the mouth and TMJ pain.
c) A clinical examination of the patient concerning sings and symptoms of TMJ dysfunction.
d) Examination of patient’s dentures in relation to vertical dimension of occlussion and to coincidence of centric relation and centric occlusion.
The prevalence of TMJ dysfunction was found to be 31.5%. The prevalence in relation to sex, age, years of denture experience, number of dentures used, age of last denture, vertical dimension of occlusion and centric relation was not statistically significant. The prevelance in relation to time period of daily denture-wearing was statistically significant. The patients who were wearing their dentures 24 hours a day showed the lowest incidence of TMJ dysfunction.
Χρ. Σταυριανός, Χρ. Γκόγκος, Σπ. Μεσημέρης. Συγκριτική αξιολόγηση συστήματος επεξεργασίας video και ακτινογραφικής μεθόδου στην Ενδοδοντία ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1996; 16: 323-332.
Η παρατήρηση και μελέτη των περιακρορριζικών ακτινογραφημάτων γίνεται συνήθως με τη βοήθεια διαφανοσκοπίων, μεγεθυντικών φακών ή και με ψηφιοποίηση της εικόνας του ακτινογραφήματος μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή. Εναλλακτική λύση χαμηλού κόστους, για απεικόνιση σε μεγάλο μέγεθος, είναι η ανάπτυξη ενός συστήματος επεξεργασίας Video. Σκοπός της εργασίας είναι η διερεύνηση της αξιοπιστίας ενός τέτοιου συστήματος, όσον αφορά την εκτίμηση μεγεθών των περιακρορριζικών ακτινογραφημάτων που σχετίζονται με το μήκος εργασίας στην ενδονδοντία. Από την ανάλυση των αποτελεσμάτων καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι η απεικόνιση αυτή είναι μεν εφικτή και απλή, αλλά μειονεκτεί κατά σημαντικά ποσοστά όσον αφορά την ακρίβεια των μετρήσεων (70% επιτυχείς εκτιμήσεις), από τις αντίστοιχες τιμές με άμεση παρατήρηση και εκτίμηση των ακτινογραφημάτων (92% επιτυχείς εκτιμήσεις). Αν και δεν δίνει λύσεις σε διαγνωστικά προβλήματα, εντούτοις παρέχει εποπτική, σε μεγέθυνση εικόνα της περιοχής που εργάζεται ο οδοντίατρος και επιτρέπει συμμετοχή του ασθενή και κατανόηση εκ μέρους του της διαδικασίας της ενδοδοντικής θεραπείας με εύκολη παρατήρηση στην οθόνη.
Chr. Stavrianos, Chr. Gogos, Sp. Mesimeris. Comparative assessment of video anhancement and radiographic method in endodontics. Contemp Dent 1996; 16: 323-332.
The evaluation of periapical radiographs usually takes place with the help of various kinds of viewer boxes, by the use of magnifying glass or with the digital viewing of a radiography assistand by computer. A low cost alternative for viewing in a large size is the development of a Video enhancement system. The purpose of this study is to asses the accurary of such a system as far as the evaluation of the lenght determination in endodontics is concerned. From the analysis of these results we conclude that the viewing of video enhancement is simple but it has important disadvantages in the accuracy of the measurements (70% successful assessments) in comparison to the measurements and evaluations of the radiographies (92% successful assessments). Even though it doesn’t provide solution to diagnoshical problems it provides a total, enlarged viewing of the area and this allows the patient to understand and participate in the endodontic treatment.
