Τεύχος 3, Τόμος 18, 1998

Σπ. Κουτάγιας, Μ. Αντωνιάδου. Σύγχρονες τεχνολογίες κεραμικών υλικών αυξημένης αντοχής στην κατασκευή ολοκε ραμικών αξόνων με ψευδοκολόβωμα Μέρος 1ο ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 121-130. 

Οι ολοκεραμικοί άξονες με ψευδοκολόβωμα εκπληρώνουν τις αισθητικές απαιτήσεις της αποκατάστασης ενδοδοντικά θεραπευμένων δοντιών με ολοκεραμι-κές στεφάνες. Με την παρόμοια με την οδοντίνη απόχρωση τους, αυξάνεται το βάθος της διαφάνειας της ολοκεραμικής στεφάνης και έτσι επιτυγχάνεται παρόμοια οπτική συμπεριφορά με τα φυσικά δόντια. Επιπρόσθετα, ξεπερνιώνται αισθητικά προβλήματα δυσχρωμίας της ρίζας που παρουσιάζουν οι μεταλλικοί άξονες, κύρια σε σχέση με λεπτού τύπου περιοδοντικούς ιστούς ή προβλήματα που προκύπτουν λόγω διάβρωσης, όταν χρησιμοποιούνται χυτοί μεταλλικοί άξονες από μη ευγενή κράματα. Η μικρή αντοχή στη θραύση ολοκεραμικών αξόνων που έχουν κατασκευαστεί από κεραμικό υλικό ενισχυμένο με οξείδιο του αλουμινίου (In Ceram®, Vita, Bad Sackingen, Germany) ή υαλοκεραμικό υλικό ενισχυμένο με λευκίτη (IPS-Empress®, Ivoclar, Schaan, Liechtenstein), καθιστά αδύνατη τη χρήση τους σε στενούς ριζικούς σωλήνες. Για να περιοριστούν τα γενικότερα προβλήματα μειωμένης αντοχής των κεραμικών υλικών, η σύγχρονη τεχνολογία αναζητά λύσεις σε κεραμικά υλικά με ενισχυμένες μηχανικές ιδιότητες, όπως το διοξείδιο του ζιρκονίου. Σκοπός της εργασίας είναι να παρουσιάσει δύο νέες τεχνικές κατασκευής ολοκεραμικών αξόνων, την τεχνική των δύο τεμαχίων και τη χυτεύσιμη τεχνική, οι οποίες βασίζονται σε πρόσφατες τεχνολογίες κατασκευής και επεξεργασίας κεραμικών υλικών αυξημένης αντοχής. Εκτός από την αναφορά στα κλινικά και εργαστηριακά στάδια κατασκευής των ολοκεραμικών αξόνων με ψευδοκολόβωμα με τις τεχνικές αυτές, αναλύονται οι ενδείξεις, τα πλεονεκτήματα τους και η κλινική τους συμπεριφορά. 

Γ.Σ. Κολωνίδης, Γ.Ε. Κοντακιώτης. Ο ρόλος του Ca(OH)2 στην έμφραξη των ριζικών σωλήνων μόνιμων δοντιών ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 131-138. 

Συγκεντρώθηκε η διεθνής βιβλιογραφία που αφορά την ερμητικότητα των εμφράξεων των ριζικών σωλήνων με γουταπέρκα και φυράματα ΖnΟ- ευγενόλης και ασβεστιουχα φυράματα και που ελέγχθηκε με τη μέθοδο διείσδυσης χρωστικών. Το συμπέρασμα που προέκυψε ήταν, ότι ριζικοί σωλήνες εμφραγμένοι με φυράματα με βάση το υδροξείδιο του ασβεστίου παρουσίασαν τη μικρότερη διείσδυση σε σχέση με ευγενολούχα φυράματα. Τούτο φαίνεται να οφείλεται πιθανόν σε μείωση της οπτικής πυκνότητας των χρωστικών παρουσία αλκαλίων ή άλλων προβλημάτων μεθοδολογίας και όχι στην πραγματική βελτίωση της εμφρακτικότητας. Τα αποτελέσματα όμως μικροδιείσδυσης που προέκυψαν με τη χρήση μεθόδων μεταφοράς υγρού μέσου των μελετουμένων δειγμάτων με πίεση (transport fluid model) έδειξαν ότι δεν υπήρξε καμία διαφορά στην ερμητικότητα των εμφράξεων και με τους δύο τύπους φυραμάτων. Στηριζόμενοι στις ίδιες μεθόδους μεταφοράς υγρού, ερευνητές έδειξαν ότι δεν παρουσιάζεται καμία διαφορά στην εμφρα-κτική ικανότητα των φυραμάτων, μετά από προηγούμενη τοποθέτηση υδροξειδίου του ασβεστίου σαν φαρμάκου εγκλεισμού. Σε αντίθεση, υποστηρίζεται από ερευνητές που χρησιμποίησαν μεθόδους διείσδυσης χρωστικών, ότι η εμφρακτι-κή ικανότητα των φυραμάτων βελτιώνεται, όταν προηγηθεί τοποθέτσηση υδροξειδίου του ασβεστίου σαν φάρμακο εγκλεισμού. Η διαπίστωση αυτή πιθανόν να οφείλεται στην μεταβολή της οπτικής πυκνότητας των χρωστικών παρουσία υδροξειδίου του ασβεστίου. 

S.G. Kolonidis, E.G. Kontakiotis. Effect of calcium hydroxide on seal of permanent root canal filling. Contemp Dent 1998; 18: 131-138. 

A large number of studies have been carried out comparing leakage of Ca(OH)2 -based sealers and ZnO – eugenol sealers, but hardly any conclusion can be drawn. Often either no significant differences were seen or the results of various studies were contradictory. In examined, at this article, studies the sealing ability was investigated by dye penetration, the most commonly used dye was methylene blue. These varying results may arise from the differences between the dye penetration methods but also from problems such as standardization of root specimens, entrapped air, surface tension, etc. The sort penetration of methylene blue solution observed along root canal filling (gutapercha + Ca(OH)2 based sealer) or along root canal filling following root canal dressing with calcium hydroxide recorded by researhers, may not necessarilly be due to a tight seal, but may be caused by the decolorization of the methylene blue solution. 

Γ. Τσάκος, Α. Δόλγερας, Δ. Κοντός, Ε. Ντόκος. Κατάσταση στοματικής υγείας σε άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω στην Αθήνα ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 139-159. 

Σκοπός: Ο υπολογισμός του επιπέδου στοματικής υγείας σε αυτοεξυπηρετούμενα άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω και η συσχέτιση του με κοινωνικές και δημογραφικές παραμέτρους. 

Μέθοδος: Επιδημιολογική έρευνα με κλινική εξέταση και ερωτηματολόγιο. Τόπος: Κατασκήνωση Δήμου Αθηναίων και Δήμος Χολαργού. Δείγμα: 681 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω. 

Αποτελέσματα: 65,8% του δείγματος ήταν ενόδοντες και 34,2% νωδοί. Το ποσοστό νωδότητας είχε σημαντική θετική σχέση με την ηλικία και αρνητική με το μορφωτικό επίπεδο. Ο μέσος αριθμός δοντιών των ενοδόντων ήταν 15,2, ενώ μόνο το 1/3 αυτών είχε φυσικό φραγμό με 21 τουλάχιστον δόντια. Η πλειοψηφία των ενοδόντων είχε ενεργό τερηδόνα μύλης. Η τερηδόνα μύλης αφορούσε 1,9 δόντια και οι μυλικές εμφράξεις 5,2 δόντια, κατά μέσο όρο. Ο αριθμός των υπαρχόντων δοντιών και οι ακέραιες μυλικές εμφράξεις σχετίζονταν αρνητικά με την ηλικία και θετικά με το μορφωτικό επίπεδο. Η τερηδονική προσβολή στις ρίζες των δοντιών ήταν περιορισμένη (RCI = 16,4%), ενώ τα περιοδοντικά προβλήματα ήταν συνήθη, αλλά αφορούσαν πολύ μικρό αριθμό δοντιών. Περίπου τα μισά από τα νωδά άτομα έφεραν ολική οδοντοστοιχία με προβληματική προσαρμογή, συγκράτηση ή έκταση. 

Συμπέρασμα: Ο επιπολασμός των νόσων του στόματος ήταν υψηλός και οι θεραπευτικές ανάγκες σημαντικές, η ποιότητα των οδοντοστοιχιών προβληματική, ενώ η διακύμανση των κλινικών μεταβλητών με το μορφωτικό επίπεδο ιδιαίτερα ανησυχητική. Η έρευνα αυτή αποτελεί μια πρώτη καταγραφή της κλινικής στοματικής κατάστασης των ηλικιωμένων ατόμων στην Αθήνα. Απαιτείται καθορισμός εθνικών στόχων για τη στοματική υγεία της τρίτης ηλικίας και περισσότερο ολοκληρωμένος προσδιορισμός των αναγκών, με συμπληρωματική χρήση μη κλινικών μεγεθών.

Tsakos G.,Dolgeras A., Kontos D., Dokos E.Oral health status in adults aged 65 years and over living in Athens. Contemp Dent 1998; 18: 139-159.

Aim: To estimate the clinical oral health status in free-living elderly people and to associate its relationship with social and demographic factors. 

Method: Epidemiological survey, consisting of clinical examination and questionnaire. 

Sample: 681 free-living people aged 65 years or over. 

Results: 65.8% of the sample were dentate and 34.2% edentulous. The eden-tulousness rate was positively related to age and negatively related to educational level. Dentate subject had 15.2 teeth on average, and only 1/3 of them had 21 or more natural teeth. Crown caries affected the majority of dentate subjects. The mean decayed teeth were 1.9, while 5.2 teeth had sound crown restoration. The number of teeth present, as well as the number of teeth with sound restoration, were negatively related to age and positively related to educational level. The risk for root caries was small (RCI = 16.4%). Periodontal conditions were prevalent, but affected very few teeth. Almost half of the edentulous subjects were wearing at least one complete denture with adaptation, retention or extension problems. Conclusion: The prevalence of oral diseases and treatment needs was high, the quality of the dentures questionable, and the variation of clinical measures with educational status extremely striking. This study provides a first description of the clinical oral status of the elderly people in Athens. It is necessary to establish national targets for the oral health of elderly, and to use more comprehensive models for estimating need, with the inclusion of non-clinical measures. 

Γ. Παπαντωνόπουλος. Περιοδοντίτιδα: Πόσο πρόβλημα είναι; Προσανατολισμοί στην αντιμετώπιση της. ΣΥΓΧ ΟΔΟΝΤ 1998; 18: 161-171. 

Σκοπός αυτής της ανασκόπησης είναι να παρουσιάσει εκείνα τα επιδημιολογικά κλινικά και εργαστηριακά δεδομένα, που επιτρέπουν τον σχεδιασμό μιας διαγνωστικής και κυρίως κατασταλτικής στρατηγικής στην αντιμετώπιση της περιοδοντίτιδας. Η διαπίστωση από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας, ότι ένα ποσοστό 10-15% του πληθυσμού υποφέρει από σοβαρή νόσο, κίνησε το ενδιαφέρον γύρω από τον τρόπο έγκαιρου εντοπισμού της ομάδας αυτής. Και ενώ παραδοσιακοί κλινικοί και ακτινογραφικοί δείκτες είναι υψηλής αρνητικής αξίας, δηλαδή η έλλειψη τους σημαίνει και απουσία δραστηριότητας της νόσου, οι ίδιοι δείκτες απέτυχαν να δώσουν ικανοποιητικά επίπεδα θετικής προγνωστικής αξίας. Πρόσφατες εργασίες αναδεικνύουν γενετικούς δείκτες, όπως γονίδια υπεύθυνα για υπερπαραγωγή ιντερλευκίνης-1 ή ελλατωματικού υποδοχέα Fcy -RΙΙ στα πολυμορφοπύρηνα, ως υποψήφιες δοκιμασίες για τον εντοπισμό ατόμων ευπαθών στην περιοδοντίτιδα. Η χρήση βιοχημικών δεικτών σε τοπικό επίπεδο (στο θύλακο) όπως υψηλά επίπεδα ασπαρτικής τρανσαμινάσης και β-γλουκουρανιδάσης, μπορούν να χρησιμοποιηθούν πάνω στην ευπαθή ομάδα του πληθυσμού για την αποτελεσματική παρακολούθηση τους και έγκαιρη καταστολή της νόσου. Τέλος, ο σοβαρός ρόλος του καπνίσματος στην εξέλιξη και πορεία της περιοδοντικής νόσου πρέπει κατάλληλα να προβληθεί στον γενικό πληθυσμό. 

Papantonopoulos G. Periodontitis: How much problem is it? Orientations in confronting it.Contemp Dent 1998; 18: 161-171. 

The purpose of this review is to present the literature that substantiates the development of a diagnostic strateggy that leads to effective primary and secondary preventive measures upon people that suffer, or most importantly are candidates for future severe periodontal disease. The epidemiological fact is, coming from studies through different parts of the world, that only a fraction of the population (10-15%) is susceptible to severe periodontal disease. Traditional clinical and radiographic methods bring a positive predictive value of around 30%. Recent works present genetic markers with the potential to early differentiate susceptible people to periodontitis. Such markers could well be genes responsible for overprodu-ction of interleukin-1 or synthesis of noneffective receptor FcyRII on neutophils. On the other hand, the finding of elevated levels in the pocket of enzymes, such aspartate aminitransferase or ß-glucuroni-dase, could effectively detect sites with risk for disease activity in such subjects, and thus permit preventive measures to be applied in time. Lastly, the role of smoking as a risk factor in the progression of periodontal disease should be highlighted and presented to the public. 

Κοινοποίηση

You might be interested in …

Είσαι Μέλος της Εταιρείας Σύγχρονης Οδοντιατρικής;

Γίνε σήμερα μέλος της ΕΣΟ
ΕΓΓΡΑΦΗ